φύῃ

φύῃ
φύω
bring forth
aor subj mid 2nd sg
φύω
bring forth
aor subj act 3rd sg
φύ̱ῃ , φύω
bring forth
pres subj mp 2nd sg
φύ̱ῃ , φύω
bring forth
pres ind mp 2nd sg
φύ̱ῃ , φύω
bring forth
pres subj act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • φυή — growth fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φύη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φύῃ — Φύη fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυῇ — φύω bring forth aor subj pass 3rd sg φυή growth fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυή — και δωρ. τ. φυά, ἡ, Α 1. σωματική ανάπτυξη, σωματική διάπλαση, ιδίως αρμονική 2. (για φυτό) ανάπτυξη, βλάστηση 3. η φυσική δύναμη τού ανθρώπου («φυᾷ τὸ γενναῖον ἐπιπρέπει», Πίνδ.) 4. ηλικία 5. υπόσταση 6. μορφή υπό την οποία εμφανίζεται κάτι… …   Dictionary of Greek

  • φύη — φύος neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) φύος neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) φύω bring forth aor opt act 3rd sg φύω bring forth aor opt act 3rd sg φύω bring forth aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυαῖς — φυή growth fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυαί — φυή growth fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυᾶς — φυή growth fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φυᾷ — φυή growth fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”